• marsecstrat

Τυπολογία των θαλάσσιων ναρκών


Ως θαλάσσια νάρκη ορίζεται κάθε ποντιζόμενος εκρηκτικός μηχανισμός, ο οποίος προορίζεται να προκαλεί καταστροφές μάχης σε πλοία ή υποβρύχια. Οι νάρκες διακρίνονται σε πολυάριθμους τύπους, ανάλογα με το εκάστοτε υιοθετούμενο κριτήριο διάκρισης, ενώ ο συνδυασμός περισσότερων κριτηρίων πολλαπλασιάζει τις κατηγορίες που προκύπτουν.

Η βασική διάκριση των θαλάσσιων ναρκών είναι ευεξήγητη και αφορά το σημείο παραμονής τους μετά την πόντιση, συνεπώς διακρίνονται σε νάρκες αγκυροβολίου, νάρκες πυθμένα και παρασυρόμενες νάρκες. Η χρήση των τελευταίων έχει περιοριστεί, μολονότι δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί, λόγω της Σύμβασης (VIII) της Χάγης του 1907, σχετικά με την Πόντιση Αυτόματων Υποθαλάσσιων Ναρκών Επαφής, η οποία αποτελεί εθιμικό δίκαιο και δεσμεύει όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητας. Παρ’ όλα αυτά ακόμη και η απλή φήμη της παρουσίας τους σε συγκεκριμένη περιοχή έχει κατ’ επανάληψη γίνει αιτία της διάθεσης δυσανάλογα μεγάλων δυνάμεων αντιναρκικού πολέμου και επιβράδυνσης όλων των υπόλοιπων επιχειρήσεων. Οι παρασυρόμενες νάρκες είναι είτε επιπλέουσες, είτε αναρτημένες κάτω από επιπλέουσα διάταξη. Οι νάρκες αγκυροβολίου ποντίζονται σε βάθος που προεπιλέγεται από το χρήστη τους: Μόλις η διάταξη αγκυροβολίας φθάσει στον πυθμένα, απελευθερώνεται καλώδιο στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το κυρίως σώμα της νάρκης, μέχρι αυτό να φθάσει στο προεπιλεγμένο βάθος. Οι νάρκες αυτές με τη σειρά τους διακρίνονται σε στατικές και μη, ανάλογα με το αν παραμένουν ακίνητες καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την πόντιση έως την πυροδότησή τους. Σε καταφατική περίπτωση, διακρίνονται περαιτέρω ανάλογα με το μηχανισμό πυροδότησης σε νάρκες επαφής, οι οποίες πυροδοτούνται αφού έλθουν σε επαφή με το στόχο διατάξεις (κεραίες) εγκατεστημένες στο κυρίως σώμα τους και σε νάρκες επίδρασης (influence), των οποίων η πυροδότηση πραγματοποιείται μέσω του εντοπισμού του οπτικού, ακουστικού ή μαγνητικού ίχνους του στόχου, του ηλεκτρικού δυναμικού του ή της πίεσης που ασκεί στο νερό κατά την κίνησή του, όπως αναλύεται στη συνέχεια. Παρενθετικά επισημαίνεται ότι η πυροδότηση της νάρκης είναι διαφορετική από την ενεργοποίησή της, ο χρόνος της οποίας προγραμματίζεται κατ’ επιλογήν πριν την πόντισή της, ενώ παράλληλα μπορεί να ρυθμιστεί και ο χρόνος απενεργοποίησης ή και αυτοκαταστροφής της, μετά από συγκεκριμένο διάστημα. Τέλος, πολλές νάρκες έχουν τη δυνατότητα να πυροδοτούνται στην περίπτωση που θα ανιχνεύσουν απόπειρα απενεργοποίησής τους από τηλεχειριζόμενα καταδυόμενα οχήματα ή αυτοδύτες. Οι νάρκες επαφής αποτελούν τον αρχαιότερο τύπο νάρκης, με τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο πρωτοεμφανίστηκαν να χάνεται στα βάθη των αιώνων, οπωσδήποτε όμως χρησιμοποιήθηκαν κατά τον Πόλεμο της Κριμαίας και κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο μηχανισμός πυροδότησής τους βασίζεται στη λειτουργία του θερμοζεύγους, δηλαδή την ανάπτυξη ηλεκτρικής τάσης που προκαλείται με την επαφή του χαλύβδινου κύτους του πλοίου με χάλκινο καλώδιο προσαρμοσμένο σε διάταξη που επιπλέει πάνω από το σώμα της νάρκης. Οι μη στατικές νάρκες αγκυροβολίου διακρίνονται σε αναδυόμενες και κατευθυνόμενες, ανάλογα αν οι κίνησή τους προς το στόχο πραγματοποιείται αποκλειστικά με ανοδική φορά, χάρη στη δύναμη της άνωσης και αφού πρώτα απορρίψουν το μηχανισμό του αγκυροβολίου, ή με την εκτόξευση προς το στόχο κατευθυνόμενου βλήματος ή τορπίλης, που τον ακολουθούν κατά τη διάρκεια της κίνησής του, πραγματοποιώντας τους κατάλληλους ελιγμούς. Οι τελευταίες συνήθως ποντίζονται σε μεγάλο βάθος και χρησιμοποιούνται εναντίον υποβρυχίων σε κατάδυση. Σημειώνεται ότι οι στατικές νάρκες καθίστανται μη στατικές στην περίπτωση της αποκοπής του μηχανισμού αγκυροβολίας, κατά την οποία προβλέπεται η απενεργοποίησή τους μέσω κατάλληλου μηχανισμού, ο οποίος όμως δεν αποκλείεται να παρουσιάσει βλάβη ή και να καταστραφεί ολοσχερώς λόγω της παρόδου χρόνου και της διαβρωτικής επίδρασης του θαλασσινού νερού. Το κυριότερο πλεονέκτημα των ναρκών αγκυροβολίου είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περιοχές με μεγάλο βάθος θάλασσας, το οποίο όμως δεν επηρεάζει τη δραστικότητά τους. Παράλληλα η δυνατότητα επιλογής του βάθους πόντισης, μέσω της εξ αρχής μεταβολής του μήκους του καλωδίου αγκυροβολίας επιτρέπει την κατ’ επιλογή χρήση τους κατά πλοίων ενδεικτικά μεγάλου εκτοπίσματος και την αγνόηση μικρότερων, καθώς και την πόντιση περισσότερων ναρκών σε διαφορετικά βάθη, έτσι ώστε να σχηματιστεί ναρκοπέδιο τριών διαστάσεων, που θα παρεμποδίζει τη διέλευση όχι μόνο πλοίων, αλλά και υποβρυχίων. Τα μειονεκτήματά τους είναι ότι η ανάγκη εξασφάλισης εφεδρικής πλευστότητας περιορίζει τη μάζα της εγκατεστημένης εκρηκτικής ύλης, ενώ επιπλέον εντοπίζονται ευχερέστερα από τα συστήματα σόναρ των Σκαφών Αντιμέτρων Ναρκών (Mine CounterMeasure Vessels: MCMV), καθώς τα εξωτερικά γνωρίσματά τους τους είναι γενικά ευδιάκριτα και δε συγχέονται με τα χαρακτηριστικά του πυθμένα.

Το κύριο κριτήριο της διάκρισης των ναρκών πυθμένα αφορά το μηχανισμό πυροδότησής τους, καθώς διακρίνονται σε νάρκες επαφής, επίδρασης και ελεγχόμενες. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται συνήθως για νάρκες αντι-εισβολής (anti-invasion), οι οποίες για ευνόητους λόγους ποντίζονται σε πολύ περιορισμένο βάθος. Ο συγκεκριμένος αποτελεί τον απλούστερο τύπο νάρκης, τα κύρια μέρη του οποίου είναι η εκρηκτική γόμωση και ο μηχανισμός πυροδότησης. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις (πχ κατά τη διάρκεια της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία) που ως τέτοιες χρησιμοποιούνται νάρκες ξηράς, με ελάχιστες μετατροπές. Οι υπόλοιποι δύο τύποι ναρκών πυθμένα δεν έρχονται σε επαφή με το στόχο, αλλά στηρίζουν τη λειτουργία τους στο συνδυασμό των αποτελεσμάτων του ωστικού κύματος που μεταφέρει την ενέργεια της έκρηξης στο στόχο και της σχηματιζόμενης υπέρθερμης φυσαλίδας αερίων και του συνακόλουθου, που ακολουθούνται από διαδοχικά κύματα πίεσης που προκαλούνται από την κατάρρευσή της. Για τους λόγους αυτούς και προκειμένου να είναι αποτελεσματικές κατά πλοίων επιφανείας, οι νάρκες αυτές ποντίζονται σε βάθη μεταξύ 10 και 90m. Οι νάρκες επίδρασης πυροδοτούνται, όπως και στην περίπτωση των ποντιζόμενων ναρκών, μέσω του ακουστικού ή μαγνητικού ίχνους του στόχου, της πίεσης που ασκεί στο νερό κατά την κίνησή του ή με συνδυασμό των μεθόδων αυτών. Με τη χρήση προηγμένης ψηφιακής επεξεργασίας σήματος, οι νάρκες μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά ορισμένου τύπου πλοίου, αγνοώντας τους υπόλοιπους. Για παράδειγμα, οι νάρκες ακουστικής επίδρασης διαθέτουν υδρόφωνα ρυθμισμένα για τον εντοπισμό δεδομένης δέσμης συχνοτήτων και συγκεκριμένου ρυθμού αύξησης της ηχητικής έντασης του στόχου, προκειμένου να αγνοούν τους υπόλοιπους. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να προγραμματιστούν ώστε να εντοπίζουν αποκλειστικά το ηχητικό ίχνος συγκροτήματος πρόωσης αεριοστροβίλων ή αυτό που παράγεται εξ αιτίας της σπηλαίωσης συγκεκριμένου τύπου έλικα. Επίσης δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που οι νάρκες είναι προγραμματισμένες να πυροδοτούνται μετά τη διέλευση συγκεκριμένου αριθμού πλοίων, προκειμένου να προκαλέσουν σύγχυση στις δυνάμεις Αντι-Ναρκικού Πολέμου, οι οποίες θα θεωρήσουν ορισμένη περιοχή ως ασφαλή, ενδεικτικά μετά τη διέλευση και έρευνα του πρώτου MCMV. Οι νάρκες πίεσης διαθέτουν ηλεκτροϋδραυλικούς αισθητήρες που ανιχνεύουν την αύξηση της πίεσης του νερού, η οποία προκαλείται από την εκτόπισή του κατά τη διέλευση ενός πλοίου ή υποβρυχίου, και η οποία μπορεί να πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, προκειμένου να αγνοούνται σκάφη περιορισμένου εκτοπίσματος. Ο συνδυασμός περισσότερων μεθόδων πυροδότησης καθιστά αναποτελεσματικά τη χρήση ηλεκτρονικών αντιμέτρων, επειδή παρέχει τη δυνατότητα να αγνοηθούν μεμονωμένα σήματα που δεν αναγνωρίζονται ότι προέρχονται από πλοίο-στόχο. Οι ελεγχόμενες νάρκες πυροδοτούνται κατ’ επιλογήν από την ξηρά, γεγονός που τους προσδίδει τα πλεονεκτήματα της πόντισης ήδη από τον καιρό της ειρήνης και της πλήρους ασφάλειάς τους για τα φιλικά πλοία. Επομένως πρόκειται για κατ’ εξοχήν όπλα επάκτιας άμυνας, που συνήθως χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με επάκτιες συστοιχίες κατευθυνόμενων Βλημάτων Εναντίον Πλοίων (ASM) και στοιχεία ναυτικού πυροβολικού. Οι νάρκες αυτές μπορούν κατ’ επιλογήν να μετατραπούν σε νάρκες των υπόλοιπων κατηγοριών, για την περίπτωση που ο σταθμός ελέγχου τους θα πέσει στα χέρια του εχθρού. Πολλές νάρκες πυθμένα έχουν κυλινδρικό σχήμα, ούτως ώστε να καθίσταται ευχερέστερη η αποθήκευσή τους στα καταστρώματα πλοίων επιφανείας, η εγκατάστασή τους στους τορπιλοσωλήνες υποβρυχίων και η ανάρτησή τους στους σταθμούς μεταφοράς οπλισμού αεροσκαφών. Δεν είναι όμως σπάνιες οι περιπτώσεις που η εξωτερική μορφή τους είναι ακανόνιστη, προκειμένου να συγχέεται με τις εξάρσεις του βυθού ή ακόμη και με χαρακτηριστικά που διευκολύνουν την ταφή της. Τέλος σημειώνεται ότι μπορεί μεν να υφίστανται περισσότεροι τρόποι πόντισης ναρκών και ειδικότερα από πλοία επιφανείας, υποβρύχια και αεροσκάφη, όμως αυτοί δε σχετίζονται με τις διακρίσεις των ναρκών που προαναφέρθηκαν, καθώς στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όλες οι νάρκες μπορούν να προσαρμοστούν σε κάθε μέθοδο πόντισης.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις

Original.png

Ιστολόγιο για τη θαλάσσια ισχύ, την εθνική ασφάλεια στο θαλάσσιο τομέα,

τους ναυτικούς εξοπλισμούς και το δίκαιο της θάλασσας,

με έμφαση στην Ελλάδα και την Κύπρο

© 2020 Maritime Security Strategy