• marsecstrat

Μεταχειρισμένες μονάδες επιφανείας για το ΠΝ


Ελάχιστα θέματα ασκούν τόση γοητεία στην αμυντική αρθρογραφία και τους ασχολούμενους με θέματα άμυνας, όση η μεταβίβαση κύριων μονάδων επιφανείας. Δεν πρόκειται για σύμπτωση, καθώς τα ενίοτε προηγμένα χαρακτηριστικά και η προοπτική της άμεσης μεταβίβασης μεταχειρισμένων μονάδων προσφέρονται για την ταχεία αύξηση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων μίας ναυτικής δύναμης. Η ελκυστικότητα της απόκτησης μεταχειρισμένων μονάδων εδράζεται ασφαλώς στο δυσθεώρητο κόστος κτήσης των σύγχρονων πολεμικών πλοίων κατηγορίας αντιτορπιλικού ή φρεγάτας, το οποίο υπερβαίνει εκείνο οποιουδήποτε άλλου οπλικού συστήματος των ενόπλων δυνάμεων ενός κράτους. Η κάλυψη του κόστους αυτού δυσχεραίνεται από το οξύμωρο φαινόμενο να καθορίζονται οι προδιαγραφές ενός πολεμικού πλοίου με βάση τις αποστολές που θα αναλάβει σε καιρό πολέμου, ενώ οι πόροι που προορίζονται για την απόκτησή του να εξαρτώνται από τη διαθέσιμη χρηματοδότηση σε καιρό ειρήνης, κατά τον οποίο οι αμυντικές δαπάνες συνήθως συρρικνώνονται, πέφτοντας θύματα του ανταγωνισμού άλλων αναγκών. Επιπλέον, η μεταβίβαση ενός πολεμικού πλοίου είναι επιθυμητή αμφιμερώς, επειδή είναι επωφελής όχι μόνο για το κράτος που αποκτά, αλλά και για εκείνο που μεταβιβάζει: Τα έσοδα από την εκποίηση μπορούν να διοχετευτούν στην απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων, κυρίως όμως ιδρύεται διαρκής σχέση μεταξύ της ναυτικής δύναμης του κράτους προορισμού και των προμηθευτών του κράτους προέλευσης, με αντικείμενο την παροχή τεχνικής υποστήριξης και την ανάθεση προγραμμάτων εκσυγχρονισμού ή αναβάθμισης, ενώ παράλληλα πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες απόσπασης συμβάσεων για νεότευκτες μονάδες στο μέλλον, εξ αιτίας της συσσώρευσης εμπειρίας και της εξοικείωσης με την τεχνολογία των συστημάτων των κατασκευαστών του κράτους προέλευσης. Τέλος, οι περιπτώσεις μεταβίβασης πολεμικών πλοίων αυξάνονται στις περιόδους ύφεσης των εξοπλισμών, όπως για παράδειγμα τη δεκαετία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν σε σύνολο 89 μεταβιβάσεων φρεγατών οι 52 αφορούσαν μεταχειρισμένες μονάδες, 19 ήταν εγχώριες ναυπηγήσεις και μόλις 18 περιπτώσεις είχαν ως αντικείμενο την πώληση πλοίων ναυπηγημένων στο κράτος προέλευσης.

Βασικό κίνητρο για την απόκτηση μεταχειρισμένων πλοίων είναι το κατά πολύ χαμηλότερο κόστος κτήσης τους σε σύγκριση με αυτό των νεότευκτων μονάδων, όμως το κόστος κτήσης αποτελεί μέρος μόνο του Κόστους Κύκλου Ζωής (LCC), το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις δαπάνες ενεργοποίησης, εκσυγχρονισμού, αναβάθμισης, επάνδρωσης, εκπαίδευσης, λειτουργίας, συντήρησης και υποστήριξης για χρονικό διάστημα της τάξης των 10-20 ετών. Το κόστος αυτό καθορίζεται από την ηλικία του πλοίου που παραχωρείται, η οποία τυπικά υπολογίζεται από το χρόνο της καθέλκυσης ή της ένταξής του για πρώτη φορά σε υπηρεσία και οποία αποτελεί βασική ένδειξη για την κατάσταση του σκάφους και την ενδεχόμενη ανάγκη εφαρμογής προγράμματος συντήρησης ή αντικατάστασης μερών του μηχανολογικού εξοπλισμού του, αφού πρώτα ληφθεί υπ’ όψη η εφαρμογή αντίστοιχων προγραμμάτων κατά την υπηρεσία του με τη ναυτική δύναμη του κράτους προέλευσης. Λαμβάνεται επίσης υπ’ όψη ο βαθμός επιχειρησιακής χρησιμοποίησης του πλοίου με από η συγκεκριμένη ναυτική δύναμη, με τον υπολογισμό των πλεύσιμων ωρών ανά έτος και με την εκτίμηση των συνθηκών (καιρικών, απειλής) του επιχειρησιακού περιβάλλοντος. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον τύπο και την κατάσταση του συγκροτήματος πρόωσης, την ευχέρεια εξεύρεσης ανταλλακτικών και γενικότερα το βαθμό επάρκειας κατά τη συντήρησή του. Εφ’ όσον η κατάσταση του σκάφους και του συγκροτήματος πρόωσης επιτρέπουν τη χρήση του για χρονικό διάστημα της τάξης των 10 ετών τουλάχιστον, εξετάζονται οι επιχειρησιακές δυνατότητες των συστημάτων μάχης, προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν ανάγκη αναβάθμισής τους. Επισημαίνεται ότι η τελευταία είναι πολύ ευχερέστερη απ’ ό,τι η αυτή του συγκροτήματος πρόωσης, η οποία υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και συχνά είναι εντελώς ανέφικτη.

Το ΠΝ αποτελεί προνομιακό χρήστη μεταχειρισμένων κύριων μονάδων επιφανείας, καθώς απέκτησε από το Ολλανδικό Ναυτικό εννέα φρεγάτες τύπου S, από τις οποίες οκτώ εξακολουθούν να βρίσκονται σε υπηρεσία και έξι μετά την εφαρμογή προγράμματος Εκσυγχρονισμού Μέσης Ζωής. Πριν την απόκτηση των τριών τελευταίων και ειδικότερα την 1η Δεκεμβρίου 1998, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ είχε ανακοινώσει τη συνδυασμένη πώληση / μίσθωση τεσσάρων αντιτορπιλικών κατευθυνόμενων βλημάτων κλάσης Kidd του Ναυτικού των ΗΠΑ (USN), 62.000 βλημάτων των 20mm, 4.800 βλημάτων για πυροβόλα των 5in/54cal, 64 ανθυποβρυχιακών ρουκετών, 320 κανίστρων αεροφύλλων Mk36 SRBOC, 32 κατευθυνόμενων βλημάτων Harpoon, 48 τορπιλών Mk46 Mod5, λοιπών ειδών πυρομαχικών, ειδών επανενεργοποίησης και εκτεταμένου εξοπλισμού υποστήριξης, έναντι του ποσού των $741 εκατ, στο οποίο δε συμπεριλαμβάνονταν βλήματα SM-2MR Block I (RIM-66C) ή των πιο προηγμένων εκδόσεων RIM-66J/K-1/K-2 (SM-2MR Block II/III/IIIA αντίστοιχα), τα οποία δεν ήταν αποδεσμεύσιμα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ακολούθησε η υποβολή γραπτής προσφοράς με έκπτωση και δωρεάν επιπλέον υλικά, πάλι όμως χωρίς την αποδέσμευση των βλημάτων SM-2MR, την οποία τελικά η ελληνική κυβέρνηση για το λόγο αυτό απέρριψε. Σε σύγκριση με τις οκτώ φρεγάτες τύπου Oliver Hazard Perry που το Τουρκικό Ναυτικό (TDK) απέκτησε από το USN, τα αντιτορπιλικά κλάσης Kidd υπερείχαν θεαματικά σε αυτονομία, ταχύτητα, σε επιδόσεις του κύριου ραντάρ επιτήρησης μακράς εμβέλειας, επιδόσεις σόναρ σκάφους, σε αριθμό και διαμέτρημα των κύριων πυροβόλων, αριθμό Εγγύς Οπλικών Συστημάτων (CIWS), σε τεχνολογία και επιδόσεις του Συστήματος Διαχείρισης Μάχης (CMS), σε αριθμό των Συστημάτων Εκτόξευσης Κατευθυνόμενων Βλημάτων (GMLS), αριθμό βλημάτων εγκατεστημένων σε κάθε GMLS και σε συνολικό αριθμό των ταυτόχρονα καθοδηγούμενων βλημάτων εναντίον ισάριθμων εναέριων στόχων. Το προβάδισμα αυτό διατηρούταν ακόμη και με βλήματα SM-1MR που το ΠΝ διέθετε ως φόρτο μάχης των αντιτορπιλικών τύπου Charles F Adams, από τα οποία κάθε αντιτορπιλικό κλάσης Kidd μπορούσε να καθοδηγήσει ταυτόχρονα τρία, έναντι δύο των φρεγατών τύπου Oliver Hazard Perry και σε συγκριτικά βραχύτερη εμβέλεια. Εντούτοις πρόσφατα διακόπηκε η υποστήριξη του βλήματος SM-1 από τον κατασκευαστή του, γεγονός που θα είχε κρίσιμες επιπτώσεις στις επιχειρησιακές δυνατότητες των αντιτορπιλικών κλάσης Kidd, των οποίων τα GMLS Mk26 Mod3 και 4 αδυνατούν να δεχθούν οποιονδήποτε άλλον τύπο βλήματος επιφανείας-αέρος πλην του SM-2. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα έπρεπε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει το πιστοποιητικό τελικού χρήστη του βλήματος SM-2 προκειμένου να διαθέτουν τα αντιτορπιλικά κλάσης Kidd δυνατότητα Αντιαεροπορικού Πολέμου (AAW), εξέλιξη που για καιρό δεν ήταν δεδομένη. Το παράδειγμα των αντιτορπιλικών κλάσης Kidd, τα οποία κατέληξαν στο Ναυτικό της Ταϊβάν έναντι χαμηλότερου τιμήματος, στο οποίο μάλιστα περιλαμβάνονταν βλήματα SM-2MR Block IIIA, επαναφέρεται συχνά ως χαρακτηριστική περίπτωση εσφαλμένης απόρριψης μεταχειρισμένων μονάδων επιφανείας από το ΠΝ. Η κριτική αυτή είναι μεν βάσιμη στο μέτρο που η εναλλακτική λύση που επιλέχθηκε ήταν η απόκτηση τεσσάρων φρεγατών τύπου S, που δεν είχαν υποβληθεί ούτε υποβλήθηκαν ακολούθως σε πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, με αποτέλεσμα να διαθέτουν κατά πολύ υποδεέστερες επιχειρησιακές δυνατότητες. Όμως η περίπτωση των αντιτορπιλικών Kidd υποδεικνύει ότι η διατήρηση σε επιχειρησιακή χρήση μεταχειρισμένων μονάδων μπορεί να υπόκειται σε κρίσιμους πολιτικούς, τεχνολογικούς και επιχειρησιακούς περιορισμούς διαφορετικούς έναντι αυτών που διέπουν τις νεότευκτες μονάδες και που όμως πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη πριν τη μεταβίβασή τους, προκειμένου να ενταχθούν απρόσκοπτα στον υφιστάμενο σχεδιασμό.

Την κοινή γνώμη απασχολεί πλέον έντονα η φημολογούμενη παραχώρηση αριθμού καταδρομικών κατευθυνόμενων βλημάτων κλάσης Ticonderoga ή αντιτορπιλικών κατευθυνόμενων βλημάτων κλάσης Arleigh Burke του USN, εξαιρετικά υψηλότερων επιχειρησιακών δυνατοτήτων σε σύγκριση με τις φρεγάτες των τύπων MEKO 200HNκαι S του ΠΝ. Το βάρος της αρνητικής επιχειρηματολογίας να σχετίζεται με το υπέρογκο κόστος χρήσης τους, σε σύγκριση με αυτό των φρεγατών του ΠΝ, στο οποίο πρέπει να προστεθεί αυτό της πρόσκτησης μεγάλου αριθμού βλημάτων SM-2 και RIM-162 ESSM. Το 2010, το USN υπολόγιζε το LCC κάθε αντιτορπιλικού κλάσης Ticonderoga σε $4.032 εκατ. για αναμενόμενη διάρκεια επιχειρησιακής χρήσης 35 ετών. Από το ποσό αυτό, $1.156 εκατ. αφορούσαν στο κόστος μισθοδοσίας του πληρώματος, $364 εκατ. στο κόστος καυσίμων και $489 εκατ. σε λοιπές δαπάνες λειτουργίας και υποστήριξης, ενώ τα υπόλοιπα $2.104 εκατ. και $8 εκατ. αποτελούσαν δαπάνες πρόσκτησης και Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) αντίστοιχα. Επομένως το ετήσιο κόστος χρήσης κάθε πλοίου για το USN, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν οι τρεις πρώτες κατηγορίες δαπανών, ανερχόταν στο ποσό των $57,4 εκατ, (52,8 εκατ. ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία) Οι αντίστοιχες κατηγορίες LCC για τα αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh Burke κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ήταν $897 εκατ. για μισθοδοσία, $331 εκατ. για καύσιμα και $258 εκατ. για λοιπές δαπάνες λειτουργίας και υποστήριξης, επομένως το ετήσιο κόστος χρήσης κάθε πλοίου για το USN ανερχόταν στο ποσό των $42,5 εκατ. (39 εκατ. ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία). Όμως και στις δύο περιπτώσεις το κόστος χρήσης των πλοίων σε υπηρεσία με το ΠΝ θα είναι πολύ χαμηλότερο, όχι μόνο λόγω της κατά πολύ χαμηλότερης μισθοδοσίας, αλλά και επειδή το USN το υπολογίζει με 3.000 πλεύσιμες ώρες ανά έτος, χρόνο υψηλότερο αυτού που τυχόν τα πλοία θα χρησιμοποιούνται σε ελληνική υπηρεσία. Για να γίνει κατανοητό πόσο χαμηλότερο θα είναι το κόστος για το ΠΝ, επισημαίνεται ότι το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας, καυσίμων και λοιπών δαπανών λειτουργίας και υποστήριξης μίας φρεγάτας κλάσης Oliver Hazard Perry επί 30 έτη ήταν για το USN $510 εκατ., $125 εκατ. και $201 εκατ., επομένως το ετήσιο κόστος χρήσης κάθε πλοίου για το USN ανερχόταν στο ποσό των $27,9 εκατ. (25,6 εκατ. ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία), τη στιγμή που το ετήσιο κόστος χρήσης μίας φρεγάτας τύπου S του ΠΝ για πλεύση 2.500 ωρών ετησίως ανερχόταν σε 10,6 εκατ. ευρώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Επομένως προκύπτει ότι το κόστος χρήσης μεταχειρισμένων καταδρομικών ή αντιτορπιλικών του USN θα είναι ανεκτό για το ΠΝ. Παράλληλα η απόκτηση ενδεικτικά δύο καταδρομικών τύπου Ticonderoga θα επιτρέψει την απόσυρση τουλάχιστον των τριών μη εκσυγχρονισμένων και δύο εκσυγχρονισμένων φρεγατών τύπου S, με αύξηση μάλιστα των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του Στόλου. Το κόστος για την απόκτηση βλημάτων προφανώς δεν είναι αναγκαίο να καλύπτει τον πλήρη φόρτο μάχης των πλοίων και μπορεί να καλυφθεί με ευνοϊκούς όρους ως Στρατιωτική Πώληση Εξωτερικού (FMS). Όμως το κύριο δίλημμα αφορά την επιλογή του επόμενου συστήματος βλημάτων αντιαεροπορικής άμυνας του ΠΝ, τη θέση του οποίου διεκδικεί το Πρωτεύον Σύστημα Αντιαεροπορικών Βλημάτων (PAAMS) των φρεγατών τύπου Belharra, η προμήθεια των οποίων από το ΠΝ τελεί υπό διαπραγμάτευση. Τυχόν επιλογή του PAAMS καθιστά εντελώς απίθανη την απόκτηση μονάδων επιφανείας με δαπανηρά βλήματα SM-2 και τη δημιουργία παράλληλων δομών εφοδιαστικής υποστήριξης. Φαίνεται πως για μία ακόμη φορά, το βλήμα SM-2 μπορεί να αποβεί ο καθοριστικός ανασταλτικός παράγοντας της ενίσχυσης του ΠΝ με μονάδες επιφανείας που κατά τα λοιπά διαθέτουν υψηλές επιχειρησιακές δυνατότητες.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις

Original.png

Ιστολόγιο για τη θαλάσσια ισχύ, την εθνική ασφάλεια στο θαλάσσιο τομέα,

τους ναυτικούς εξοπλισμούς και το δίκαιο της θάλασσας,

με έμφαση στην Ελλάδα και την Κύπρο

© 2020 Maritime Security Strategy