• marsecstrat

Επιβιωσιμότητα μάχης του LCS κλάσης Freedom


Η πρόταση για την πρόσκτηση από το ΠΝ τεσσάρων πλοίων Μάχης Επιφανείας Πολλαπλών Αποστολών (MMSC) των Lockheed Martin και Fincantieri Marinette Marine, βασισμένων στο Πλοίο Παράκτιας Μάχης (LCS) κλάσης Freedom των ίδιων εταιριών, αναζωπύρωσε τη συζήτηση σχετικά με διάφορα προβληματικά σημεία του τελευταίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η επιβιωσιμότητα μάχης. Η ιστορία του LCS αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας 1990, όταν το Ναυτικό των ΗΠΑ (USN) εξέταζε τη ανάπτυξη ενός νέου τύπου πλοίου με κύρια αποστολή τη διείσδυση σε αμφισβητούμενα παράκτια ύδατα και την εξάλειψη απειλών πριν την εμπλοκή των κύριων μονάδων μάχης. Κυριάρχησαν δύο εκδοχές, από τις οποίες η πρώτη ήταν μία βαριά οπλισμένη μονάδα πολλαπλών ρόλων, εκτοπίσματος 2.200t-2.600t, με δυνατότητα ανάληψης παρατεταμένων επιχειρήσεων. Η δεύτερη, που είχε το προσωνύμιο «Μαχητής των Δρόμων» (“Streetfighter”), ήταν μία οικογένεια ταχέων σκαφών χαμηλού κόστους και εκτοπίσματος 400t-1.200t, που θα επιχειρούσαν κατανεμημένα σε ομάδες και θεωρούταν αναλώσιμα, με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα τυχόν απώλειες να μην έχουν δυσμενή επίπτωση στη συνολική μαχητική ικανότητα των ομάδων. Η συγκεκριμένη αντίληψη επινοήθηκε από τους Αντιναύαρχο Art Cebrowski και Πλοίαρχο Wayne Hughes Jr., από τους οποίους ο πρώτος ήταν Πρόεδρος της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (NWC) στο Newport του Rhode Island και ο δεύτερος ήταν επικεφαλής επιχειρησιακής ανάλυσης της διάσημης Ναυτικής Μεταπτυχιακής Σχολής (NPS) στο Monterey της California, ενώ η πατρότητα του ονόματος αποδίδεται στον Ναύαρχο Don Pilling, Υπαρχηγό Ναυτικών Επιχειρήσεων του USN. Επισημαίνεται ότι ο Cebrowski ήταν χειριστής μαχητικών και ένθερμος υποστηρικτής της άποψης ότι τα συγκεκριμένα σκάφη θα έπρεπε να είναι σχεδιασμένα κατά τρόπο που να καθιστά ανεκτή την απώλειά τους στη μάχη, επειδή σε διαφορετική περίπτωση θα απεμπολούσαν το κύριο πλεονέκτημα της αντίληψης σχεδίασης, που ήταν οι οικονομίες κλίμακας. Η δεύτερη εκδοχή ήταν αυτή που επικράτησε.


Η ιδέα ενός αναλώσιμου πλοίου δε βρήκε υποστήριξη στο πρόσωπο του τότε Αρχηγού Ναυτικών Επιχειρήσεων (CNO) του USN, Ναυάρχου Vern Clark, ο οποίος ήταν πεπεισμένος ότι αυτή δε θα γινόταν εύκολα αποδεκτή από τη ναυτική κοινότητα. Έτσι η σχεδίαση του νέου πλοίου επικεντρώθηκε στην επίτευξη της μέγιστης επιβιωσιμότητας μάχης, εντός όμως των εξαιρετικά φιλόδοξων οικονομικών στόχων του προγράμματος LCS. Για να γίνει κατανοητό πόσο ασφυκτικοί ήταν αυτοί οι στόχοι, επισημαίνεται ότι, αναγόμενο σε τιμές 2005, το κόστος ενός Εκστρατευτικού Ταχέως Μεταγωγικού (EFV) κλάσης Spearhead, ναυπηγημένου με εμπορικές προδιαγραφές, ήταν $174 εκατ., το κόστος μίας Ακάτου Εθνικής Ασφαλείας (NSC) κλάσης Legend, ναυπηγημένης με προδιαγραφές της Ακτοφυλακής των ΗΠΑ (USCG) ήταν $529 εκατ. και το κόστος μίας Φρεγάτας Κατευθυνόμενων Βλημάτων (FFG) κλάσης Oliver Hazard Perry, ναυπηγημένης με στρατιωτικές προδιαγραφές του USN, ήταν $617 εκατ. Συνεπώς το κόστος ανά τόνο εκτοπίσματος αυτών των πλοίων ήταν αντίστοιχα $115.000, $165.000 και $196.000. Με βάση ελαφρύ εκτόπισμα (δηλαδή χωρίς πλήρωμα, καύσιμο, φόρτο μάχης, εφόδια κλπ.) 2.700t (όπως είχε αυξηθεί στο μεταξύ), ένα LCS ναυπηγημένο με τις προαναφερόμενες προδιαγραφές θα κόστιζε αντίστοιχα $310,5 εκατ., $445,5 εκατ. και $529 εκατ. Δυστυχώς το επιδιωκόμενο κόστος του LCS ήταν το 1/5 εκείνου ενός αντιτορπιλικού κλάσης Arleigh Burke και υπολογιζόταν σε μόλις $250 εκατ., με αποτέλεσμα να επαρκεί για ένα πλοίο με εκτόπισμα 2.174t ναυπηγημένο εμπορικές προδιαγραφές, 1.515t ναυπηγημένο με προδιαγραφές USCG και 1.275t ναυπηγημένο με στρατιωτικές προδιαγραφές USN.


Εξίσου καθοριστικές για τη σχεδίαση του LCS ήταν οι επιπτώσεις του κύριου χαρακτηριστικού του, της υψηλής μέγιστης συνεχούς ταχύτητας, της τάξης μεταξύ 40kts και 50kts σε Κατάσταση Θάλασσας 3. Η απαίτηση αυτή αποδιδόταν σε τρεις επιδιώξεις: Την επίτευξη «αποκριτικής κινητικότητας» με σκοπό την ταχεία προώθηση στα τέσσερα κύρια θέατρα επιχειρήσεων της Ευρώπης (EUCOM), Αφρικής (AFRICOM), Λατινικής Αμερικής (SOUTHCOM) και Ειρηνικού Ωκεανού (PACOM), τον αυξημένο όγκο έρευνας κατά την εκτέλεση αποστολών συλλογής Πληροφοριών, Επιτήρησης και Αναγνώρισης (ISR) και την αποφυγή απειλών (κυρίως τορπιλών). Παρεμπιπτόντως ο αυξημένος όγκος του συγκροτήματος πρόωσης που εξασφάλιζε την επίτευξη υψηλής ταχύτητας, είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της εμβέλειας του πλοίου σε 3.500nm ή 1.000nm-1.500nm με πλεύση οικονομικής ή υψηλής ταχύτητας αντίστοιχα, καθώς και του επιθυμητού και μέγιστου επιτρεπόμενου βυθίσματος σε 3m και 6m αντίστοιχα, ενώ αυτό της φρεγάτας κλάσης Oliver Hazard Perry είναι 7,88m. Παράλληλα, προβλεπόταν ότι το LCS θα φιλοξενούσε για ορισμένο διάστημα ένα αεροπορικό απόσπασμα, ως ενδιάμεση, «υβριδική» αντίληψη μεταξύ της ύπαρξης οργανικού ελικοπτέρου και ενός απλού καταστρώματος πτήσης, όπως στα αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh Burke Σμήνους I/II. Τέλος, το LCS ήταν σχεδιασμένο για την ανάπτυξη, διαχείριση, εκμετάλλευση, ανεφοδιασμό, επανατοποθέτηση, ανάκτηση, αντικατάσταση και ανασύνταξη (DMER5) εξωτερικών αισθητήρων, συστημάτων και οχημάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν Τακτικά Μη επανδρωμένα Εναέρια Οχήματα (TUAV), Μη επανδρωμένα Οχήματα Επιφανείας (USV) και Μη επανδρωμένα Υποβρύχια Οχήματα (UUV).


Ήδη από τις 23 Σεπτεμβρίου 1988, το Γραφείο του CNO είχε εκδώσει την Οδηγία (OPNAVINST) 9070.1, για την πολιτική επιβιωσιμότητας των πλοίων επιφανείας του USN. Η Οδηγία αρχικά αναφέρει: «Τα πολεμικά πλοία αναμένεται να εκτελούν επιθετικές αποστολές, να υφίστανται καταστροφές μάχης και να επιβιώνουν. Ως τέτοια, το όλο πλοίο, το οποίο συμπεριλαμβάνει τα οπλικά συστήματα, το κύτος, τα μηχανικά και ηλεκτρικά συστατικά, πρέπει να είναι επαρκώς προστατευμένο για να αντέξει σε καθορισμένα επίπεδα απειλής. Τεχνικές ενίσχυσης, όπως ο διαχωρισμός και η εφεδρικότητα του εξοπλισμού, οι διευθετήσεις και η προστασία του προσωπικού, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής της προσπάθειας. Η εκπαίδευση στον Έλεγχο Καταστροφών και την Πυρόσβεση (DC/FF) και η σχετιζόμενη διατήρηση των χαρακτηριστικών επιβιωσιμότητας του πλοίου αποτελούν επίσης ουσιώδη στοιχεία για τη διασφάλιση διαρκούς ικανότητας». Ακολούθως, το έγγραφο διακρίνει τρία επίπεδα επιβιωσιμότητας:

· «Το Επίπεδο I αντιπροσωπεύει το λιγότερο δριμύ αναμενόμενο περιβάλλον και αποκλείει την ανάγκη ενισχυμένης επιβιωσιμότητας για καθορισμένες κλάσεις πλοίων, δηλαδή να διατηρούν τη δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων στην περιοχή εγγύς της εμπλεκόμενης Ομάδας Μάχης ή στη γενική περιοχή θαλάσσιου πολέμου. Σ’ αυτήν την κατηγορία, η ελάχιστη απαιτούμενη δυνατότητα της σχεδίασης θα έχει προβλέψεις, εκτός από την εγγενή αποστολή αξιοπλοΐας, για Ηλεκτρομαγνητικό Παλμό (EMP) και αντοχή σε εκρήξεις, ατομική προστασία κατά Βιολογικών, Χημικών και Ραδιολογικών απειλών, συμπεριλαμβάνοντας σταθμούς απολύμανσης, ικανότητα DC/FF, δυνατότητα ελέγχου και ανάκαμψης από πυρκαγιές και συμπερίληψη της ικανότητας επιχειρήσεων σε περιβάλλον μεγάλου γεωγραφικού πλάτους». Στο Επίπεδο αυτό ανήκουν τα περιπολικά πλοία κλάσης Cyclone, τα πλοία ναρκοπολέμου, στρατηγικής θαλάσσιας μεταφοράς, μεταφοράς υλικού και όλα τα λοιπά βοηθητικά πλοία και σκάφη.

· «Το Επίπεδο II αντιπροσωπεύει μία αύξηση της δριμύτητας για να συμπεριλάβει την ικανότητα διατηρούμενων επιχειρήσεων κατά την υποστήριξη μίας Ομάδας Μάχης και στη γενική περιοχή θαλάσσιου πολέμου. Αυτό το επίπεδο πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα παρατεταμένων πολεμικών επιχειρήσεων μετά από πρόσκρουση όπλων. Οι δυνατότητες πρέπει να περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις του Επιπέδου Ι και επιπλέον την εφεδρικότητα των κύριων και βοηθητικών συστημάτων, σύστημα συλλογικής προστασίας, βελτιωμένη δομική ακεραιότητα και υποδιαίρεση, προστασία κατά θραυσμάτων, μείωση υπογραφών, προστασία από συμβατική και πυρηνική εκτόνωση και αντοχή σε πυρηνικά όπλα». Εδώ ανήκουν οι FFG κλάσης Oliver Hazard Perry, τα πλοία αμφίβιου πολέμου και Ανεφοδιασμού Εν Πλω (UNREP).

· «Το Επίπεδο ΙΙΙ, το δριμύτερο προβλεπόμενο περιβάλλον για τις Ομάδες Μάχης, πρέπει να περιλαμβάνει τις απαιτήσεις του Επιπέδου II και επιπλέον την ικανότητα αντιμετώπισης των ευρέως εκφυλιστικών αποτελεσμάτων καταστροφής από Βλήματα Πλεύσης Εναντίον Πλοίων (ASCM), τορπίλες και νάρκες». Το Επίπεδο αυτό περιλαμβάνει τα αεροπλανοφόρα και τις κύριες μονάδες μάχης επιφανείας, δηλαδή τα καταδρομικά και αντιτορπιλικά.


Με προβλεπόμενο κόστος μονάδας $250 εκατ. (που στο μεταξύ είχε αυξηθεί σε $400 εκατ.), το LCS δεν μπορούσε να ναυπηγηθεί με πρότυπα επιβιωσιμότητας υψηλότερα αυτών του Επιπέδου I και δεν αναμενόταν να συνεχίσει να μάχεται μετά από πλήγμα. Μάλιστα στις Προκαταρκτικές Συμβάσεις Σχεδίασης που ανατέθηκαν το 2003 στις Lockheed Martin και General Dynamics, διευκρινιζόταν επί λέξει: «Αναγνωρίζεται ότι η μοναδική φύση αυτών των σκαφών καθιστά επιτακτικές μορφές γάστρας, υλικά και ορισμένα συστήματα που ενσωματώνουν χαρακτηριστικά τα οποία κανονικά σχετίζονται με στρατιωτικά σκάφη υψηλής ταχύτητας. Επομένως οι εφαρμοστέοι Κανόνες του Αμερικανικού Νηογνώμονα (ABS) θα συμπεριλάβουν ορισμένα τμήματα του Οδηγού του ABS για τη Ναυπήγηση και Ταξινόμηση Στρατιωτικών Σκαφών Υψηλής Ταχύτητας (HSNC)». Ως τέτοια ο Αμερικανικός Νηογνώμονας αναγνωρίζει τα σκάφη εμπορικών προδιαγραφών που χρησιμοποιούνται για στρατιωτικούς σκοπούς, στα οποία ενδεχομένως ενσωματώνονται ορισμένα ειδικά σχεδιαστικά χαρακτηριστικά, επομένως η σχεδίαση του LCS ουσιαστικά ακολουθούσε εμπορικά πρότυπα! Στην πραγματικότητα οι σχεδιαστές ήταν πεπεισμένοι ότι αδυνατούσαν να επιτύχουν τους στόχους κόστους του προγράμματος LCS με αυστηρότερα πρότυπα επιβιωσιμότητας, για το λόγο αυτό σε εγχειρίδια κατά το χρόνο έναρξης του προγράμματος γίνεται αναφορά σε «επιβιωσιμότητα του πληρώματος» και όχι του πλοίου. Με την πάροδο του χρόνου, το USN άρχισε σταδιακά να προσεγγίζει το ζήτημα της επιβιωσιμότητας του LCS με διαφορετικό τρόπο και να αναφέρεται λιγότερο στα πρότυπα του Επιπέδου I και περισσότερο σε μία «ολιστική προσέγγιση στην επιβιωσιμότητα, με αναφορές στην ευπάθεια, την τρωτότητα και την ανακτησιμότητα» (για το ευρύτερο ζήτημα της επιβιωσιμότητας μάχης πολεμικών πλοίων δείτε εδώ). Ειδικότερα, το LCS θα απεμπολούσε τη θωράκιση και την εκτεταμένη διαμερισμάτωση υπέρ της ταχύτητας, της ευελιξίας, της χαμηλής παρατηρησιμότητας και του ελιγμού με οργανικούς αισθητήρες και όπλα, καθώς και της δυνατότητας Δικτυωμένης Ισχύος (FORCEnet).


Τα στοιχεία αυτά θα αναπτύσσονταν ως εξής: Η υψηλή ταχύτητα θα συνέβαλε στη συρρίκνωση του παράθυρου έρευνας των εχθρικών αεροσκαφών, θα πολλαπλασίαζε τη δραστικότητα των αντιμέτρων κατά ASCM και θα συντελούσε στην αποφυγή επιθέσεων τορπιλών. Η περιορισμένη ραδιοδιατομή (RCS), καθώς και το μειωμένο υπέρυθρο και μαγνητικό ίχνος, θα διατάρασσαν την «αλυσίδα φονικότητας» (εντοπισμό, αναγνώριση, ταξινόμηση, ιχνηλάτηση, στόχευση, εμπλοκή), στην περίπτωση που το πλοίο θα δεχόταν επίθεση από εχθρικές δυνάμεις. Και οι οργανικοί αισθητήρες και το σύνολο αυτοάμυνας θα ενίσχυαν τη δυνατότητα επιχειρήσεων του LCS υπό την απειλή εχθρικών μονάδων, με ουσιώδη συστατικά το Εγγύς Οπλικό Σύστημα Mk15 Phalanx, το Εγγύς Οπλικό Σύστημα Κατευθυνόμενου Βλήματος (GMWS) Mk31 RAM και το Σύστημα Εξαπόλυσης αντιμέτρου Παραπλάνησης (DLS) Mk53 Nulka. Σ’ αυτά επρόκειτο να προστεθεί η δυνατότητα δικτύωσης του πλοίου, με σκοπό να αποκτάται βελτιωμένη επίγνωση της τακτικής κατάστασης και να προσδίδεται η δυνατότητα άμυνας σε βάθος. Από την προσέγγιση αυτή προκύπτει το συμπέρασμα ότι η επιβιωσιμότητα του LCS στηριζόταν σαφώς στη μείωση της ευπάθειας, σε βάρος του περιορισμού της τρωτότητας: Ευπάθεια (susceptibility) είναι η αδυναμία του πλοίου να αποφύγει τον εντοπισμό και την προσβολή του από τα όπλα του εχθρού, ενώ τρωτότητα (vulnerability) είναι η αδυναμία του πλοίου να αποφύγει τα αποτελέσματα της προσβολής του από τα όπλα του εχθρού. Για τη μείωση της τελευταίας θεωρήθηκε αρκετή η εγκατάσταση συστήματος προστασίας κατά Βιολογικών, Χημικών και Ραδιολογικών (BCR) απειλών, καθώς και αυτοματοποιημένων συσκευών και εφαρμογών πυρόσβεσης και ελέγχου καταστροφών. Αντίθετα, η τρίτη παράμετρος της επιβιωσιμότητας, η ανακτησιμότητα (recoverability) του πλοίου, δηλαδή η δυνατότητα περιορισμού και ελέγχου των καταστροφών με σκοπό την αποκατάσταση και διατήρηση των επιχειρησιακών ικανοτήτων του, έλαβε πολύ χαμηλότερη προτεραιότητα. Έτσι το LCS δεν πληρούσε τις απαιτήσεις διεξαγωγής επιχειρήσεων μετά από εχθρικό πλήγμα.


Η χλιαρή υποδοχή που επιφύλαξε η κοινότητα των μονάδων επιφανείας του USN στη χαμηλή επιβιωσιμότητα του LCS, το οποίο ουσιαστικά ήταν σχεδιασμένο με βάση εμπορικά πρότυπα, είχε ως αποτέλεσμα να ζητηθεί από τις σχεδιαστικές ομάδες των Lockheed Martin και General Dynamics να ακολουθήσουν, κατά τη διάρκεια της ναυπήγησης των πρωτοτύπων του Σμήνους 0, τους Κανόνες Πολεμικών Σκαφών (NVR) του ABS, οι οποίοι είναι αυστηρότεροι από εκείνους των HSNC. Ειδικότερα, οι NVR καθορίζουν πρότυπα που σχετίζονται με τη δομική αντοχή του κύτους και την εφεδρικότητα και το διαχωρισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού και των ηλεκτρικών συστημάτων. Με τον τρόπο αυτό, τα συγκροτήματα πρόωσης και παραγωγής και διανομής ενέργειας (μόνο του LCS κλάσης Freedom), ο εξοπλισμός πυρόσβεσης, ναυτιλίας, εσωτερικών και εξωτερικών επικοινωνιών και αναγγελίας απέκτησαν προστασία κατά των κραδασμών από έκρηξη. Επίσης αυξήθηκε η υδατοστεγής διαμερισμάτωση, ώστε το πλοίο να εξακολουθεί να πλέει με πλημμυρισμένα τρία διαμερίσματα και ποσοστό 15% του ολικού μήκους του, απαιτήσεις που αντιστοιχούν στα Επίπεδα II και III. Τέλος, εγκαταστάθηκαν τρία ανεξάρτητα συστήματα πυρόσβεσης. Εντούτοις, οι NVR δεν καθορίζουν πρότυπα που σχετίζονται με την αντοχή σε εκρήξεις των συστημάτων μάχης, τα οποία δε δέχθηκαν καμία σχετική προστασία.


Παρά τις όποιες βελτιώσεις, στην έκθεση έτους 2012 (σελ. 167) του γραφείου Διευθυντή Επιχειρησιακών Δοκιμών και Αξιολόγησης (DOT&E) του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, εξακολουθούσε να αναφέρεται ρητά: «Το LCS δεν αναμένεται να είναι επιβιώσιμο, υπό την έννοια ότι δεν αναμένεται να διατηρεί δυνατότητα εκτέλεσης αποστολής μετά από σημαντικό πλήγμα σε εχθρικό περιβάλλον μάχης. Αυτή η αξιολόγηση βασίζεται στην ανασκόπηση των σχεδιαστικών απαιτήσεων του LCS, οι οποίες δε συμπεριλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά επιβιωσιμότητας που είναι απαραίτητα για τη διεξαγωγή παρατεταμένων επιχειρήσεων στο αναμενόμενο περιβάλλον μάχης. Η ανασκόπηση την οποία πραγματοποίησε το DOT&E στο σχέδιο Αναφορών Αξιολόγησης Λεπτομερούς Σχεδίασης Ολοκληρωμένης Επιβιωσιμότητας του Ναυτικού δεν μεταβάλλει αυτήν την εκτίμηση». Στελέχη του USN αμφισβητούσαν τη συγκεκριμένη αξιολόγηση, επισημαίνοντας ενδεικτικά ότι πλήγμα βαρείας τορπίλης ή ASCM τερματικής ταχύτητας Mach 2-3 θα επηρέαζε καθοριστικά τη δυνατότητα εκτέλεσης παρατεταμένων επιχειρήσεων ακόμη και καταδρομικού κλάσης Ticonderoga, με επιβιωσιμότητα μάχης Επιπέδου III. Ίσως όχι τυχαία, στις 13 Σεπτεμβρίου 2012 εκδόθηκε η αναθεωρημένη OPNAVINST 9070.1A, στην οποία αναφέρεται επί λέξει: «Αυτή η αναθεώρηση αναγνωρίζει τη μεταβαλλόμενη φύση της σχεδίασης των πολεμικών πλοίων και των απειλών κατά των συστημάτων και εξαλείφει τα επιτακτικά χαρακτηριστικά επιβιωσιμότητας, καθιερώνοντας παράλληλα την απαίτηση να προκύπτει ένα ελάχιστο όριο επιβιωσιμότητας βασισμένο στο Έγγραφο Αρχικής Δυνατότητας [ICD] των προγραμμάτων και την καθορισμένη Αντίληψη Επιχειρήσεων (CONOPS). Η επιβιωσιμότητα θα αντιμετωπίζεται σε όλες τις σχεδιάσεις, επισκευές, μετατροπές και εκσυγχρονισμούς νέων πλοίων επιφανείας, συστημάτων μάχης και εξοπλισμού, ώστε η σχεδίαση να εφοδιάζεται με ισορροπημένα χαρακτηριστικά επιβιωσιμότητας, κινδύνου και κόστους εντός των αντικειμενικών στόχων του προγράμματος». Ενώ λοιπόν στην OPNAVINST 9070.1 ως επιβιωσιμότητα οριζόταν «η ικανότητα του πλοίου να απορροφά καταστροφές και να διατηρεί την ακεραιότητα της αποστολής του», η OPNAVINST 9070.1A περιέγραφε την επιβιωσιμότητα ως «το μέτρο τόσο της δυνατότητας του πλοίου, των κρίσιμων για την αποστολή συστημάτων και του πληρώματος να εκτελέσουν τις ανατεθειμένες πολεμικές αποστολές, όσο και της προστασίας που παρέχεται στο πλήρωμα ώστε να αποφύγουν σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο». Με τον τρόπο αυτό η επιβιωσιμότητα αποσυνδέθηκε αποκλειστικά από την τρωτότητα και συνδυάσθηκε με τις επιχειρησιακές δυνατότητες του πλοίου. Αντί να ενισχυθεί περαιτέρω η επιβιωσιμότητα του LCS, επεκτάθηκε ο ιδιαίτερος τρόπος αξιολόγησής της σε όλες τις μονάδες επιφανείας του USN!


Με τα νέα δεδομένα η επιβιωσιμότητα του LCS είναι προφανώς υπέρτερη εκείνης των περιπολικών πλοίων κλάσης Cyclone, των πλοίων ναρκοπολέμου, στρατηγικής θαλάσσιας μεταφοράς, μεταφοράς υλικού και όλων των λοιπών βοηθητικών πλοίων και σκαφών του πρώην Επιπέδου I. Ακόμη κι έτσι όμως, σε επίσημα έγγραφα του USN αναγνωρίζεται ότι το LCS δεν προβιβάσθηκε στο πρώην Επίπεδο II, αλλά σ’ ένα ενδιάμεσο, ανύπαρκτο στην πραγματικότητα επίπεδο, το οποίο αποκαλείται «Επίπεδο I+». Το επίπεδο αυτό υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δυνατότητα του LCS να επιστρέφει με ίδιες δυνάμεις στη βάση του μετά από εχθρικό πλήγμα, όχι όμως να συνεχίσει να μάχεται. Ως κύριο αίτιο της ανεπαρκούς επιβιωσιμότητας του LCS θεωρείται η έλλειψη επαρκούς οριζόντιας και κατακόρυφης διαμερισμάτωσης, η οποία, και εδώ απαιτείται προσοχή, είναι ανεξάρτητη της ναυπήγησης της υπερκατασκευής της κλάσης Freedom ή ολόκληρου του πλοίου της κλάσης Independence, από αλουμίνιο. Δεδομένου ότι η επιβιωσιμότητα του LCS δεν υπήρξε ποτέ συγκρίσιμη αυτής της φρεγάτας κλάσης Oliver Hazard Perry και ότι από την ένταξη σε υπηρεσία της τελευταίας έχουν παρέλθει πάνω από 40 χρόνια εξέλιξης στη σχεδίαση των ναυτικών μονάδων, εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι η επιβιωσιμότητα του LCS είναι σαφώς υποδεέστερη των φρεγατών σύγχρονης σχεδίασης. Πιθανότατα όχι τυχαία, στις 17 Νοεμβρίου 2017 εκδόθηκε η αναθεωρημένη OPNAVINST 9070.1B, η οποία αναφέρει πλέον ότι «Η επιβιωσιμότητα πρέπει να θεωρείται θεμελιώδης σχεδιαστική απαίτηση όχι μικρότερης σημασίας από άλλα χαρακτηριστικά του πλοίου και δε θεωρείται με όρους δυνατοτήτων», σε αντίθεση με την προηγούμενη έκδοση, σύμφωνα με την οποία «…η επιβιωσιμότητα θεωρείται πλέον με όρους δυνατοτήτων αντί χαρακτηριστικών», αναγνωρίζοντας έμπρακτα ότι η μείωση της ευπάθειας δεν υποκαθιστά αυτήν της τρωτότητας.


Τον Οκτώβριο 2014 ολοκληρώθηκε η Δοκιμή Ολικής Επιβιωσιμότητας Πλοίου (TSST), μέρος του προγράμματος Δοκιμής με Πραγματικά Πυρά και Αξιολόγησης (LFT&E), το οποίο με τη σειρά του αποτελεί τμήμα της φάσης Δοκιμών Ανάπτυξης και Αξιολόγησης (DT&E). Η TSST αποσκοπεί στην αξιολόγηση της επιβιωσιμότητας και φονικότητας των συστημάτων που αποτελούν αντικείμενο προγραμμάτων πρόσκτησης αμυντικού υλικού και στη διαπίστωση ανεπαρκειών στη σχεδίασή τους, ώστε να εξαλειφθούν πριν την έναρξη της φάσης πλήρους παραγωγής ή την ένταξη των συστημάτων σε υπηρεσία. Στη δοκιμή συμμετείχε το FORT WORTH (LCS-3) κλάσης Freedom και, παρά τις αρχικές γενικόλογες επιδοκιμασίες, τα αποτελέσματά της, όπως αποκαλύφθηκαν σε γραπτή δήλωση του Διευθυντή OT&E Dr. J. Michael Gilmore προς την Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας των ΗΠΑ την 1η Δεκεμβρίου 2016, ήταν απογοητευτικά: Με την πρόσκρουση των πρώτων όπλων στο πλοίο και πριν καταστεί εφικτή η αντίδραση του πληρώματος, εκδηλώθηκε απώλεια δυνατότητας για εκτέλεση επιχειρήσεων, την οποία επιδείνωσε η έλλειψη επαρκούς εφεδρικότητας των συστημάτων που θα εξασφάλιζαν την ανάκτησή της. Προέκυψε επίσης ότι με ορισμένες μετασκευές που δεν απαιτούσαν εκτενείς δομικές τροποποιήσεις, όπως είναι ο διαχωρισμός των υδραυλικών μονάδων παροχής ισχύος στους υδροπροωθητές (water jets), η επανασχεδίαση του Συστήματος Παρακολούθησης και Ελέγχου Μηχανοστασίου (MPCMS) και η αναδιάταξη του συστήματος παροχής ψυχρού ύδατος για το διαχωρισμό των μονάδων κλιματισμού, θα μπορούσε σε ένα βαθμό να μειωθεί η τρωτότητα και να ενισχυθεί η ανακτησιμότητα του πλοίου, όμως το USN αποφάσισε να μην τις ενσωματώσει στις μελλοντικές μονάδες. Διευκρινίζεται ότι κατά τη διάρκεια της TSST ασφαλώς δε βάλλονται πραγματικά όπλα κατά του πλοίου, όμως το πλήρωμα υποχρεούται να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες ελέγχου καταστροφών υπό πραγματικές συνθήκες μάχης. Παρά το γεγονός ότι η απόδοση του πληρώματος ήταν εξαιρετική, σε κάθε περίπτωση προκλήθηκαν σημαντικές καταστροφές στο LCS-3, το οποίο έχανε πλήρως τη δυνατότητα επιχειρήσεων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώθηκε απώλεια και του ίδιου του πλοίου. Το USN θεωρεί ότι δεν είναι πιθανό να προκληθούν μείζονες καταστροφές στην υπερκατασκευή από αλουμίνιο στην περίπτωση εκδήλωσης πυρκαγιάς σε ένα άθικτο διαμέρισμα, όμως η υπόθεση αυτή πάσχει στο μέτρο που λαμβάνει ως δεδομένο ότι πλήγμα ASCM πρόκειται να αφήσει άθικτη την αντιπυρική μόνωση και τα συστήματα πυρόσβεσης του συγκεκριμένου διαμερίσματος.


Στην ίδια συνεδρίαση της Γερουσίας πραγματοποιήθηκε μία αναφορά με ιδιαίτερη σημασία όχι τόσο για το LCS, αλλά για το MMSC: Ο Gilmore ανέφερε ότι εξεταζόταν η ανάπτυξη φρεγάτας βασισμένης στο LCS, με δυνατότητες Ανθυποβρυχιακού Πολέμου (ASW) και Πολέμου Επιφανείας (ASuW), καθώς και με δυνατότητα βολής βλημάτων Πέραν Του Ορίζοντα (OTH), αν και με αδιευκρίνιστη μέθοδο κατάδειξης στόχων. Με την αναφερόμενη διαμόρφωση, το προτεινόμενο πλοίο παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες με το MMSC. Όμως, προσέθεσε, εξ αιτίας των εγγενών περιορισμών όγκου, βάρους, ισχύος και ψύξης του LCS, η «φρεγάτα LCS» πιθανότατα δε θα πληροί τις απαιτήσεις που περιγράφονταν στο Έγγραφο Ανάπτυξης Δυνατότητας (CDD) που είχε ήδη εκδοθεί από το Γενικό Επιτελείο Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ. Η «φρεγάτα LCS» θα αδυνατεί να εκτελέσει ταυτόχρονα τις προαναφερόμενες αποστολές και δε θα αποτελεί πραγματική φρεγάτα πολλαπλών ρόλων. Για παράδειγμα η εγκατάσταση πλήρους εξοπλισμού ASuW θα έχει ως συνέπεια την ανεπάρκεια του εξοπλισμού ASW και την αδυναμία του πλοίου να εκτελεί αποτελεσματικά ρόλους συνοδείας ναυτικών συνοδείας μονάδων υψηλής αξίας. Για να αποκτήσει η «φρεγάτα LCS» πραγματική δυνατότητα πολλαπλών ρόλων, απαιτείται μείζων επανασχεδίαση του LCS ή, ακόμη καλύτερα, εξ αρχής νέα σχεδίαση. Επιπλέον τα προτεινόμενα χαρακτηριστικά περιορισμού της τρωτότητας της «φρεγάτας LCS», αν και επιθυμητά, δε θα επιφέρουν ουσιαστική βελτίωση στην επιβιωσιμότητα του πλοίου και θα συνεχίσουν να υπολείπονται αυτών της φρεγάτας κλάσης Oliver Hazard Perry. Και αυτό επειδή δεν πρόκειται να θίξουν τα κύρια αίτια της περιορισμένης επιβιωσμότητας του LCS: Τον ανεπαρκή οριζόντιο και κατακόρυφο διαχωρισμό των ζωτικών συστημάτων του, την περιορισμένη εφεδρικότητα κρίσιμου εξοπλισμού και την έλλειψη επαρκούς διαμερισμάτωσης. Η απόπειρα να αυξηθεί η επιβιωσιμότητα του LCS αποκλειστικά μέσω της μείωσης της ευπάθειάς του είναι καταδικασμένη να αποτύχει, επειδή στηρίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι το πλοίο δεν πρόκειται να προσβληθεί κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων. Επομένως η μείωση της τρωτότητας θα είναι πάντοτε κρίσιμη. Τέλος, η αθροιστική εγκατάσταση εξοπλισμού ASW, ASuW και AAW αναπόφευκτα θα προκαλέσει μείωση της αυτονομίας της «φρεγάτας LCS».


Για να γίνουν αντιληπτά τα χαρακτηριστικά μείωσης της τρωτότητας των σύγχρονων κύριων μονάδων επιφανείας, επισημαίνεται ότι η φρεγάτα κλάσης BADEN WÜRTTENBERG (F222), πρώτη φρεγάτα τύπου F125 του Γερμανικού Ναυτικού, η οποία καθελκύστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2013, συμμορφώνεται πλήρως με τα πρότυπα BV 0230 του Ομοσπονδιακού Γραφείου των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων (Bundeswehr) περί αντοχής σε εκρήξεις και επιδεικνύει εξαιρετικά αυξημένη δομική αντοχή χάρη σε τρεις διαμήκεις θωρακισμένες κυτιοειδείς δοκούς στην υπερκατασκευή και πέντε εγκάρσια αντιεκρηκτικά διαφράγματα στο κύτος, τα οποία σχηματίζουν έξι ζώνες με πλήρως αυτόνομη υποδομή παροχής Συνεχούς Ρεύματος (DC), πυρόσβεσης, Θέρμανσης, Εξαερισμού και Κλιματισμού (HVAC), διανομής ισχύος και Συστημάτων Ολοκληρωμένου Ελέγχου και Παρακολούθησης (ICMS). Ζωτικά διαμερίσματα όπως το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης (CIC) και οι αποθήκες πυρομαχικών προστατεύονται από θωράκιση, ενώ κρίσιμα συστήματα υποστηρίζονται από αντίστοιχα εφεδρικά και είναι εγκατεστημένα με σημαντικό οριζόντιο και κατακόρυφο διαχωρισμό, μεταξύ των οποίων και το ραντάρ Ενεργού Διάταξης Ηλεκτρονικής Σάρωσης (AESA) TRS-4D Σταθερής Πρόσοψης (Fixed Face), με τέσσερις στατικές κεραίες εγκατεστημένες ανά δύο σε ισάριθμες νησίδες της υπερκατασκευής, οι οποίες δέχονται επίσης εξοπλισμό Διοίκησης, Ελέγχου, Επικοινωνιών και Πληροφοριών (C³Ι), αισθητήρες και επενεργητές, πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό πληγμάτων που απαιτούνται για την πλήρη καταστροφή τους. Ανάλογα χαρακτηριστικά απουσιάζουν από το LCS κλάσης Freedom και είναι αμφίβολο ότι θα υπάρχουν στο MMSC.


Στο Συμπόσιο της Ένωσης Ναυτικού Επιφανείας (SNA) των ετών 2019 και 2020, η Lockheed Martin παρουσίασε Αναβαθμίσεις Φονικότητας και Επιβιωσιμότητας του LCS κλάσης Freedom, διατυμπανίζοντας ταυτόχρονα την ενίσχυση της επιβιωσιμότητάς του, όμως οι ορατές προσθήκες περιορίζονταν στην ενίσχυση των δυνατοτήτων AAW, ASuW και Ηλεκτρονικού Πολέμου (EW), χωρίς να διευκρινίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η αύξηση της επιβιωσιμότητας, ειδικά στο μέτρο που σχετίζεται με τη μείωση της τρωτότητάς του. Τέλος, στις 11 Ιανουαρίου 2018 η Lockheed Martin ανέθεσε στην εταιρία συμβούλων ναυτικής αρχιτεκτονικής και μηχανολογίας Gibbs & Cox σύμβαση για την υποστήριξη της Λειτουργικής Σχεδίασης του MMSC του Ναυτικού της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς να γίνει γνωστό αν αυτή θα περιλαμβάνει βελτιώσεις στα χαρακτηριστικά τρωτότητας και ανακτησιμότητας του πλοίου, όπως αυτά μεταφέρονται από το LCS κλάσης Freedom. Ωστόσο τυχόν μείζονες παρεμβάσεις με σκοπό την αύξηση της διαμερισμάτωσης, της εφεδρικότητας και του διαχωρισμού των συστημάτων μάχης, πιθανότατα θα μεταβάλουν κύρια ναυπηγικά χαρακτηριστικά και θα επιδεινώσουν τις επιδόσεις ταχύτητας και αυτονομίας του πλοίου, επιμηκύνοντας τις φάσεις της σχεδίασης και των δοκιμών και απαιτώντας πρόσθετο χρόνο και δαπάνες για την επαλήθευση της αποδοτικότητάς τους.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις

Original.png

Ιστολόγιο για τη θαλάσσια ισχύ, την εθνική ασφάλεια στο θαλάσσιο τομέα,

τους ναυτικούς εξοπλισμούς και το δίκαιο της θάλασσας,

με έμφαση στην Ελλάδα και την Κύπρο

© 2020 Maritime Security Strategy