• marsecstrat

Εγγύς Οπλικά Συστήματα: Η βέλτιστη επιλογή


Η επισκόπηση της χρήσης Βλημάτων Εναντίον Πλοίων (ASM) από το 1967 έως το 2006 καταδεικνύει την υψηλή αποτελεσματικότητά τους, στην περίπτωση που επιτυγχάνουν την προσβολή του πλοίου-στόχου: Με βάση στοιχεία για εκτοξεύσεις βλημάτων στο Πορτ Σάιντ (1967), κατά τον Ινδοπακιστανικό Πόλεμο (1971), τους Αραβοϊσραηλινούς Πολέμους (1973), τον Πόλεμο Ιράν-Ιράκ (1980-1987), τον Πόλεμο των Falklands, τον Κόλπο της Σύρτης (1986), στον Περσικό Κόλπο (1987, 1988, 1990-1991), τη Μεσόγειο (1992), και το Λίβανο (2006), προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά μέσο όρο 1,2 ASM είναι αρκετό για να τεθεί το πλοίο-στόχος εκτός μάχης, ενώ 1,8 ASM επιφέρει τη βύθισή του. Εξίσου ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμα ότι η πιθανότητα πλήγματος (PK) των ASM κατά ανυπεράσπιστων και υπερασπίσιμων στόχων πριν και μετά το 1982 δεν παρουσίασε ιδιαίτερη μεταβολή, σχεδόν όμως διπλασιάσθηκε κατά αμυνόμενων στόχων, φθάνοντας το 0,45 από 0,264. Με τα δεδομένα αυτά, υπολογίζεται ότι Βαθμός Διαρροής Βλημάτων (MLR) της τάξης του 0,25 έχει καταστροφικές συνέπειες στην έκβαση οποιασδήποτε αντιπαράθεσης στην οποία χρησιμοποιούνται ASM. Η ανάπτυξη και εξέλιξη των Εγγύς Οπλικών Συστημάτων (CIWS) οφείλεται ακριβώς στην πρόθεση ελαχιστοποίησης του MLR: Επιθέσεις κορεσμού με πολλαπλά ASM, βλήματα ελικοπτέρων που καλύπτονται από τα χαρακτηριστικά του παράκτιου περιβάλλοντος, βολές Ρουκετών, Πυροβολικού ή Βλημάτων (RAM) από περιορισμένη απόσταση, προσβολές από Μη Επανδρωμένα Αεροχήματα Μάχης (UCAV) ή Ταχέα Παράκτια Σκάφη Επίθεσης (FIAC) που επιχειρούν κατά σμήνη (swarms), μπορούν να διαπεράσουν τα διαδοχικά στρώματα άμυνας και να παραμείνουν άθικτα από τα Ηλεκτρονικά Αντίμετρα (ECM) μονάδων επιφανείας. Οι λόγοι αυτοί επέβαλαν την ανάπτυξη και εξέλιξη συστημάτων καταστροφικής (hard-kill) άμυνας, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα αντιμετώπισης εναέριων απειλών κατά το τερματικό στάδιο της επίθεσής τους και τα οποία συνεπώς αποτελούν την έσχατη γραμμή άμυνας των μονάδων επιφανείας. Για το λόγο αυτό τα εν λόγω συστήματα αποκαλούνται Εγγύς Οπλικά Συστήματα (Close-In Weapon Systems: CIWS).

Τα CIWS πυροβόλων διαθέτουν είτε πυροβόλα μικρού διαμετρήματος και υψηλής ταχυβολίας, είτε πυροβόλα μέσου διαμετρήματος και χαμηλότερης ταχυβολίας. Χαρακτηριστικό σύστημα της πρώτης κατηγορίας είναι το Mk15 Phalanx της Raytheon, το οποίο διαθέτουν αποκλειστικά όλες οι φρεγάτες του ΠΝ. Το σύστημα συνδυάζει ραντάρ έρευνας Ku-δέσμης συχνοτήτων με δυνατότητα Ένδειξης Κινούμενου Στόχου (MTI), διακριτό παλμικό-Ντόπλερ ραντάρ, επίσης Ku-δέσμης, με δυνατότητα μονοπαλμικής ιχνηλάτησης και το πυροβόλο M61A1 Vulcan. Το ραντάρ έρευνας εντοπίζει επερχόμενα ASM, χρησιμοποιώντας διαμόρφωση μη ασαφούς συχνότητας Ντόπλερ, ασαφούς ακτίνας, αλλάζοντας Συχνότητα Επανάληψης Παλμών (PRF) για να εξάγει δεδομένα ακτίνας μεταξύ τεσσάρων ζωνών έρευνας. Σε λειτουργία ιχνηλάτησης χρησιμοποιείται και πάλι διαμόρφωση μη ασαφούς συχνότητας Ντόπλερ, ασαφούς ακτίνας για την πρόσκτηση στόχων εντός τομέα που ορίζεται από το ραντάρ έρευνας. Εκτός από τους στόχους, ιχνηλατούνται και οι εξερχόμενες βολίδες του πυροβόλου, των οποίων προβλέπεται το Εγγύτερο Σημείο Προσέγγισης (CPA) του στόχου, προκειμένου να υπολογιστεί το γωνιακό σφάλμα της σκόπευσης και να διορθωθεί η βολή των επόμενων βολίδων, τεχνική που είναι γνωστή ως «κλειστή ανακύκλωση» (closed loop). Η παραγωγή του συστήματος, από την ανάθεση της πρώτης σύμβασης το 1977 για την έκδοση Block 0 για λογαριασμό του Ναυτικού των ΗΠΑ (USN), ξεπέρασε τις 900 μονάδες και συνολικά τέθηκε σε υπηρεσία με 25 ναυτικές δυνάμεις διεθνώς, συνεχίζοντας να εξελίσσεται: Το 1988 τέθηκε σε υπηρεσία η έκδοση Block 1 Baseline 0 με δυνατότητα εμπλοκής βλημάτων που πραγματοποιούν τερματική επίθεση με βύθιση (high-divers) και αυξημένη κατά 50% αναχορηγία πυρομαχικών. Στην έκδοση Block 1 Baseline 1 το 1991 αυξήθηκε η ταχυβολία του πυροβόλου M61A1 Vulcan διαμετρήματος 20mm από 3.000rpm σε 4.500rpm και αντικαταστάθηκε ο διατρητικός πυρήνας απεμπλουτισμένου ουρανίου των βολίδων από νέο πυρήνα βολφραμίου. Στην έκδοση Block 1A Baseline 2B το 1996 αντικαταστάθηκε ο αρχικός επεξεργαστής CDC 469A από επεξεργαστή CDI R3000 τεχνολογίας RISC, 100 φορές ταχύτερο, με γλώσσα υψηλού επιπέδου (Ada), προκειμένου να αντιμετωπίζονται ελισσόμενοι στόχοι, με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό διπλασιασμό του βεληνεκούς. To 1999 η έκδοση Block 1B Baseline 2C του Phalanx Διαμόρφωσης Επιφανείας (PSuM) προσέδωσε τη δυνατότητα εμπλοκής ελικοπτέρων και στόχων επιφανείας περιορισμένου μεγέθους, μεταξύ άλλων χάρη σε συσκευή Υπέρυθρης ακτινοβολίας Πρόσθιας Θέασης (FLIR) της τότε Pilkington Optronics, βασισμένης στον αισθητήρα Θερμικής Απεικόνισης Υψηλής Ευκρίνειας (HDTI) 5-2F της ίδιας εταιρίας, Βελτιστοποιημένες Κάννες Πυροβόλου (OGB) μακρύτερες κατά 18in και Φυσίγγια Ενισχυμένης Φονικότητας (ELC) Mk244 Mod0, από τα οποία βάλλονται κάθε φορά 50 κατά στόχων επιφανείας με διάλειμμα 2 δευτερολέπτων ανάμεσα στις βολές, για οπτική επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων. Το 2009 η ίδια έκδοση απέκτησε βελτιώσεις στο ραντάρ και τους ηλεκτροπτικούς αισθητήρες. Το αποτελεσματικό βεληνεκές του συστήματος αναφέρεται ως 1.485m (χωρίς να διευκρινίζεται ποια έκδοση αφορά) και λειτουργεί πλήρως αυτόνομα, πλήρως αυτόνομα, δεχόμενο δεδομένα πορείας και ταχύτητας στόχων από τους αισθητήρες του ή από αισθητήρες του πλοίου, μέσω του Συστήματος Διαχείρισης Μάχης (CMS), με δυνατότητα όμως παράκαμψης από το χειριστή του.

Διαφορετική είναι η αρχή λειτουργίας του Millennium της Rheinmetall: Το μονόκαννο πυροβόλο GDM-008 διαμετρήματος 35mm, έχει ταχυβολία 1.000rpm και χρησιμοποιεί 252-292 πυρομαχικά Προηγμένης Αποδοτικότητας Πλήγματος και Καταστροφής (AHEAD), που διασπείρουν 152 θραύσματα βολφραμίου σε υπόδειγμα σχήματος κώνου. Πηνία εγκατεστημένα στο στόμιο της κάνης μετρούν την ακριβή ταχύτητα του πυρομαχικού κατά την έξοδό του, υπολογίζοντας τον ακριβή χρόνο πτήσης του προς το στόχο και προγραμματίζοντας το χρονικό σημείο εκτόνωσής του. Το Millennium δεν απαιτεί διάτρηση καταστρώματος, ούτε παροχή ισχύος ή ψύξη παρά αντικατάσταση των συσσωρευτών του, ενώ ο έλεγχος πυρός πραγματοποιείται μέσω των αισθητήρων του πλοίου, με τους οποίους διασυνδέεται εύκολα μέσω της ανοικτής αρχιτεκτονικής του. Η αναχορηγία του επαρκεί κατά μέσο όρο για 10 εμπλοκές εναέριων στόχων, διπλάσιες αυτές του Phalanx, ή 20 στόχων επιφανείας. Το πολύ βαρύτερο πυροβόλο Super Rapid της Leonardo, διαμετρήματος 76mm, χρησιμοποιείται επίσης ως CIWS με σκοπό όχι ειδικά την πρόκληση της εκτόνωσης της πολεμικής κεφαλής του επερχόμενου βλήματος, αλλά πρωτίστως την καταστροφή της αεροδομής και του συστήματος καθοδήγησης, σε μεγαλύτερο βεληνεκές. Η δυνατότητα του πυροβόλου να βάλει πυρομαχικά διαφόρων τύπων αξιοποιείται με το σύστημα Strales και το κατευθυνόμενο πυρομαχικό υποδιαμετρήματος DART, το οποίο διαθέτει ενσωματωμένο δέκτη ραδιοσυχνοτήτων, στον οποίο μεταβιβάζονται εντολές με βάση την αρχή Καθοδήγησης στη Γραμμή της Θέας (CLOS) από το ραντάρ PHAROS της Thales, το οποίο είναι εγκατεστημένο στον πύργο. Θεωρητικά ο αριθμός των βλημάτων που καθοδηγούνται ταυτόχρονα στην ίδια διόπτευση είναι απεριόριστος, όμως η εταιρία υποστηρίζει ότι βολή τριών βλημάτων μπορεί να εξουδετερώσει οποιονδήποτε στόχο και ότι το αποτελεσματικό βεληνεκές του υπερβαίνει τα 8km. Ήδη προσφέρεται η ελαφρύτερη έκδοση 76 Sovraponte, η οποία μεταξύ άλλων θα διαθέτει ραντάρ με εναλλακτικές διαμορφώσεις CLOS.

Τον Ιούνιο 1993 τέθηκε σε υπηρεσία το Οπλικό Σύστημα Κατευθυνόμενου Βλήματος (GMWS) Mk31, που αναπτύχθηκε από τις Raytheon και RAMSystems GmbH και χρησιμοποιεί το Βλήμα Περιστρεφόμενης Αεροδομής (RAM) RIM-116, που συνδυάζει τον πυραυλοκινητήρα, την πολεμική κεφαλή και τον ενεργό οπτικό πυροσωλήνα Mk20 Mod2 του βλήματος Sidewinder με τον αισθητήρα υπέρυθρης (IR) ακτινοβολίας του βλήματος FIM-92 Stinger. Η μεταβολή της τροχιάς του βλήματος RIM-116 πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω δύο πτερυγίων ρύγχους (canard) και της περιστροφής της αεροδομής του, διαμετρήματος 5in, γύρω από το διαμήκη άξονά της, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των απαιτούμενων διαύλων ελέγχου, καθώς και το συνολικό πλάτος του βλήματος, που ελαττώνει το βάρος και συνεπώς το κόστος, ενώ παράλληλα διευκολύνει την εγκατάσταση περισσότερων βλημάτων στον ίδιο εκτοξευτή. Το RAM δεν είναι τυπικό CIWS, καθώς το μέγιστο βεληνεκές των 10km το κατατάσσει σε μία κατηγορία ανάμεσα στα CIWS και τα Συστήματα Βλημάτων Άμυνας Σημείου (PDMS) κατηγορίας του Εξελιγμένου Βλήματος Sea Sparrow (ESSM) RIM-162, συνεπώς αποσκοπεί όχι στην αντικατάσταση του Phalanx, αλλά στη συμπλήρωση των δυνατοτήτων του. Στην αρχική έκδοση Block 0 (RIM-116A) ο αισθητήρας IR αναλαμβάνει την τερματική καθοδήγηση από τον παθητικό αισθητήρα ραδιοσυχνοτήτων, ο οποίος αρχικά καθοδηγεί το βλήμα προς την εκπομπή του ενεργού αισθητήρα ραντάρ του επερχόμενου ASM. Στα τέλη της δεκαετίας 1990 η έκδοση Block 1 (RIM-66B) απέκτησε δυνατότητα αντιμετώπισης Ελικοπτέρων, Αεροσκαφών και στόχων Επιφανείας (HAS) και εναλλακτική δυνατότητα αποκλειστικά IR καθοδήγησης, για την αντιμετώπιση βλημάτων που δε διαθέτουν ενεργό αισθητήρα ραντάρ, χαρακτηριστικό που διατηρήθηκε στην έκδοση Block 1A (RIM-116B-1) με βελτιωμένες δυνατότητες επεξεργασίας σήματος. Στην τρέχουσα έκδοση Block 2 εγκαταστάθηκε ισχυρότερος πυραυλοκινητήρας διπλής ώσης, με τον οποίο επιτυγχάνεται ταχύτητα Mach 2,8, βεληνεκές 13km και μέγιστη φόρτιση ελιγμών 60g, καθώς και Εξελιγμένος δέκτης Ραδιοσυχνοτήτων (ERF) με δυνατότητα εντοπισμού εκπομπών ραντάρ Χαμηλής Πιθανότητας Υποκλοπής (LPI), ενώ τα πτερύγια canard διπλασιάστηκαν. Ο εκτοξευτής Mk49 Mod3 διαθέτει 21 βλήματα έτοιμα για εκτόξευση και δεν απαιτεί διάτρηση καταστρώματος, ενώ ο συνδυασμός φορέα 11 βλημάτων με το συγκρότημα ραντάρ και ηλεκτροπτικών του Phalanx Block 1B απέδωσε το σύστημα Mk15 Mod32 SeaRAM. Τα μεγάλα πλεονεκτήματα των RAM/SeaRAM, από τα οποία περίπου 200 βρίσκονται ήδη σε υπηρεσία, σε σύγκριση με τα CIWS πυροβόλων, συνίστανται στο πολλαπλάσιο βεληνεκές, τη δυνατότητα εκτεταμένης μεταβολής της τροχιάς του βλήματος που συνεπάγεται θεαματική διεύρυνση του φακέλου εμπλοκής, την εξάλειψη των τυφλών τόξων που προκαλεί η υπερκατασκευή του πλοίου και τη δυνατότητα ανάθεσης ενός ή περισσότερων βλημάτων ανά στόχο με αποτέλεσμα την ταυτόχρονη εμπλοκή πολλαπλών στόχων ανεξάρτητα από τη διόπτευση και το ύψος πτήσης τους, έναντι όμως υψηλού κόστους, της τάξης των $500.000 ανά βολή.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις

Original.png

Ιστολόγιο για τη θαλάσσια ισχύ, την εθνική ασφάλεια στο θαλάσσιο τομέα,

τους ναυτικούς εξοπλισμούς και το δίκαιο της θάλασσας,

με έμφαση στην Ελλάδα και την Κύπρο

© 2020 Maritime Security Strategy